γενεθλίδιος

γενεθλίδιος, ον,
A = γενέθλιος, δῶρα AP6.325 (Leon.), cf. 243 (Diod.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γενεθλίδιος — γενεθλίδιος, ον (Α) [γενέθλη] ο γενέθλιος* …   Dictionary of Greek

  • γενεθλιδίους — γενέθλιος of masc/fem acc pl γενεθλίδιος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεθλίδια — γενέθλιος of neut nom/voc/acc pl γενεθλίδιος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.